Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μπεορέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μπεορέκ' Προφορά: μπεορέκ
  1. ζυμαρικό από ψιλά φύλλα που αλείβονταν λάδι και παραγεμίζονταν με καρύδι, κανέλα και ζάχαρη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

Παρατηρήσεις - Σχόλια