Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεραμίδωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κεραμίδωμαν Προφορά: κεραμίδωμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:

    η τοποθέτηση κεραμιδιών στην στέγη του σπιτιού

Παρατηρήσεις - Σχόλια