Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουχτερός (ο) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουχτερός Προφορά: μουχτερός
  1. γουρούνι, κακός, μοχθηρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο μοχθηρός

  2. γουρούνι, μοχθηρός, παλιάνθρωπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Η λέξη είναι παραφθορά του μοχθηρός

Παρατηρήσεις - Σχόλια