Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κέϊφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κέιφ' Προφορά: κέιφ
  1. διασκέδαση, φαγοπότι, διάθεση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη keif

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παραδείγματα:
    1) Τ’ Αηλία εποίκαμε τρανόν κεΐφ’.
    2) ’Κ’ έχω το κεΐφι μ’.
    3) Έρχουμαι σό κεΐφι μ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια