Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

απογουντχιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: απογουντχιάζω Προφορά: απογουντχιάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    παύω να υποφέρω απο ονυχίτιδα

Παρατηρήσεις - Σχόλια