Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

απογαρδιλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: απογαρδιλώνω Προφορά: απογαρδιλώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    ανοίγω διάπλατα τα μάτια

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανοίγω τόσο τα βλέφαρα, ώστε τα μάτια να είναι ολάνοιχτα

    Παράδειγμα:
    Επεγαρδίλωσεν τ’ ομμάτα̤ κ' ετέρ’νεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια