Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) οίκημα χωρίς πόρτες, παράθυρα 2) Το στόμαν ατ’ εγέντον απάκ’. (χωρίς δόντια)
Ενικός: το απάκιν / απάκ' Πληθυντικός: τα απάκια / απάκα̤