Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μουφρεζέ (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μουφρεζέ
Προφορά: μουφρεζέ
άτακτο απόσπασμα Τουρκικής χωροφυλακής στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Τρία λιρόπα για τ’ εσέν’ τη μουφρεζέν εφάισα.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια