λειχήναςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Σην μούτσαν ολόερα εποίν’ναν με το μελάν’ τσ̌ιζήν και σην μέσεν σταυρόν.
η λειχήνα της επιδερμίδαςΠηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
Δεν αποκλείεται η λέξη αυτή να είναι εβραϊκής αν όχι Συροαραβικής προέλευσης. Μότσα στη Σημιτική διάλεκτο σημαίνει το στέγνωμα, το αφυδάτωμα, το άζυμο, η γαλέτα.