Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μούτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μούτσα Προφορά: μούτσα
  1. λειχήνας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σην μούτσαν ολόερα εποίν’ναν με το μελάν’ τσ̌ιζήν και σην μέσεν σταυρόν.

  2. η λειχήνα της επιδερμίδας Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Δεν αποκλείεται η λέξη αυτή να είναι εβραϊκής αν όχι Συροαραβικής προέλευσης. Μότσα στη Σημιτική διάλεκτο σημαίνει το στέγνωμα, το αφυδάτωμα, το άζυμο, η γαλέτα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια