Ερμηνεία: παντρεύομαι γυναίκα
Παράδειγμα: Άν γυναικίεις γυναίκισον αν παίρτς άλλεν πα έπαρ'. (ποιητικό)
Επιπλέον Ερμηνεία: παίρνω γυναίκα
Ερμηνεία: νυμφεύομαι (για άντρα)
Σχόλιο: για άντρες
Ενεστώτας: γυναικίζω Παρατατικός: εγυναίκιζα Μέλλοντας: θα γυναικίζω Αόριστος: εγυναίκισα / εγυναίκ'σα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.