Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουσλούπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουσ̌λούπ' Προφορά: μουσλούπ
  1. κάνουλα, σωλήνας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνεία:
    1) Εγρίβωσεν το στόμαν ατ’ σο μουσλούκ’ τη βαρελί’ και πιν’ ρακίν. (κάνουλα)
    2) Εγέντον άμον οφίδ’ κ’ εσέβεν σο μουσλούπ’ τη πεγαδί’. (σωλήνας)
    3) πίπα τσιγάρου

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη μουσλούκ’ (το)

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας

    Χρήση από:
    Α. Ασιατίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια