Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουσίκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουσ̌ίκα Προφορά: μουσίκα
  1. εκείνη η οποία κάνει επιλογή φαγητών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το μουσ̌κεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια