Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουσαφίρ οτασί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουσαφίρ' - οτασ̌ί' Προφορά: μουσαφίρ οτασί
  1. 1) δωμάτιο για τους ξένους 2) ξενώνας με δάπεδο στρωμένο με ψάθες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια