Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουρμουρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μουρμουρίζω Προφορά: μουρμουρίζω
  1. κλαυθμηρίζω κλαίω χαμηλόφωνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εντρέπουτον να κλαίει με τη λαλίαν και εμουρμούριζεν.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    μουρμούριγμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια