Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουρδουλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μουρδουλίζω Προφορά: μουρδουλίζω
  1. μουγγρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    βγάζω άναρθρες φωνές, εκστομίζω ασυναρτησίες. Λέγεται για τον άνεμο, την αρκούδα

    Παράδειγμα;
    Άρκον εκύλιζεν τα λιθάρια με τα μουρδουλίγματα.

  2. μουρμουρίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    γρυλλίζω (για ζώα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια