Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουράτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουράτ' Προφορά: μουράτ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Μουράτ έχͮ ’ να ελέπ’ το παιδίν ατ’ς. (πόθος διακαής)
    2) Πλερούμαι σά μουράτια μ’. (πετυχαίνω το ποθούμενο)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. ποθούμενο, φιλοδοξία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Έχω μουράτια απλέρωτα. (έχω ανεκπλήρωτους πόθους, όνειρα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια