Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουμλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μουμλα̤εύω Προφορά: μουμλεαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    επιβεβαιώνω γνώμη ή είδηση όχι αληθινή

    Παράδειγμα:
    Η νύφε ντο λέει άντρας ατ’ς μουμλα̤εύ’ α̤το.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    μουμλά̤εμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια