Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φέγγος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. φέγγος , 2. φέγγον Προφορά: φέγγος
  1. φεγγάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Κούσης (μτφρ. ηλίανθος ο κονδυλόριζος)

    Παράδειγμα:
    Φέγγον 'κ' έχͮ'.

  2. φεγγάρι, σελήνη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια