φεγγόξυλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φεγγόξυλον
Προφορά: φεγγόξυλον
-
σάπιο ξύλο που φωσφορίζει τη νύχτα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το ξύλο που φωσφορίζει μέσα στο σκοτάδι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης