Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φεγγαροπρόσωπος (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φεγγαροπρόσωπος Προφορά: φεγγαροπρόσωπος
  1. όμορφη, με λαμπερό πρόσωπο σαν το φεγγάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια