Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αντρόπιστος (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αντρόπιστος Προφορά: αντρόπιστος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    γυναίκα που είναι αφοσιωμένη και πιστή στο συζυγό της

Παρατηρήσεις - Σχόλια