Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δεσποτική (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δεσποτική Προφορά: δεσποτική
  1. αρχιερωσύνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    το αξίωμα του Δεσπότη

    Παράδειγμα:
    Τζαρκάν κάθουνταν δεσποτάντ’ χωρίς δεσποτικήν των.

Παρατηρήσεις - Σχόλια