Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δέσκαλος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δέσκαλος Προφορά: δέσκαλος
  1. δάσκαλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό διδάσκαλος

    Παράδειγμα:
    Ο Σαλονίκ'ς πενήντα χρόνια δέσκαλος έτον.

  2. δάσκαλος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια