Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μονοτσίπκον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μονοτσ̌ίπ'κον Προφορά: μονοτσίπκον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χόρτο χωρίς φύλλα

    Παράδειγμα:
    Σα χοζάνια το χορτάρ’ μονοτσίπκον εν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια