Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό δρεπάνιον, υποκοριστικό του δρέπαν
Παράδειγμα: Έρθεν ο χορτοθέρτς έπαρ’ το δερπάν’ σό χͮέρ' -τ-σ'.
Ενικός: δερπάνιν / δερπάν' Πληθυντικός: δερπάνα̤