Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουντσιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουντσ̌ά̤ζω Προφορά: γουντσεάζω
  1. παγώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    μουδιάζω από το κρύο

Παρατηρήσεις - Σχόλια