Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Μονοβάντων (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Μονοβάντων Προφορά: Μονοβάντων
  1. ενορία Σταυρί με 60 οικογένειες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια