Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Μοναστήρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Μοναστήρ' , 2. μοναστήρ' Προφορά: μοναστήρ
  1. μοναστήρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) χωριό επάνω στο ποτάμι Τζίζερες
    2) χωριό Τορούλ με 70 οικογένειες
    3) χωριό του Χαπέσ̌

    Παραδείγματα:
    1) Ποιώ τον γάμον στ’ εννέα μοναστήρα̤.
    2) Εκάεν το μοναστήρ’. (ζημίωσα, έχασα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια