Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μονάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μονάζω Προφορά: μονάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Νέ κουτσ̌ή μελαχροινή, μόνασον μ’ έναν βραδήν. (φιλοξενώ τη νύχτα)
    2) Σον Θό σ’, σον θό σ’ νε κόρασ̌ον, μόνασο μ’ έναν βράδον. (φιλοξενώ τη νύχτα)
    3) ζω μόνος
    4) Μονάζω το φαΐν. (το φυλάγω για την άλλην ημέραν)

  2. φιλοξενώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    «μόνασόν με έναν βράδον, ας εν' για την ψύσ' »

Παρατηρήσεις - Σχόλια