Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μοίρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μοίρα Προφορά: μοίρα
  1. μοιρασιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ έναν η μοίρα μ’ και τ’ άλλο το μερτικό μ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια