Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γυναίκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γυναίκα Προφορά: γυναίκα
  1. γυναίκα, σύζυγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Γυναίκα, άλογον και ώρα (ρολόι) 'κι δανείσκουνταν.
    2) Η γυναίκα σ' 'κι πρέπ' ν' αποτιμά σε σην χώραν και κα.
    3) αδύνατος ή άτολμος

Παρατηρήσεις - Σχόλια