Προέλευση : Από την τουρκική λέξη sari
Γένη επιθέτου Αρσενικό : σαρής (ο) Θηλυκό: σαρέσσα (η) Ουδέτερο : σαρήν (το)
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.