Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαρής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σαρής Προφορά: σαρής
  1. ξανθός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ξανθός αυτός που έχει ξανθά μαλλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από την τουρκική λέξη sari

    Γένη επιθέτου
    Αρσενικό : σαρής (ο)
    Θηλυκό: σαρέσσα (η)
    Ουδέτερο : σαρήν (το)

Παρατηρήσεις - Σχόλια