Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σάπκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌άπκα Προφορά: σάπκα
  1. αντρικό καπέλο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. κάλυμμα του κεφαλιού των ανδρών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ρωσική, από τη ρωσική λέξη chapca

Παρατηρήσεις - Σχόλια