Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
θεοστερεωμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: θεοστερεωμένος
Προφορά: θεοστερεωμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
ο στερεωμένος από το Θεό
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια