Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μνήμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μνήμαν Προφορά: μνήμαν
  1. μνήμα, τάφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό μνῆμα

    Παράδειγμα:
    Εκεί ταφίν ’κί ανοίεται, μνήμαν ’κί στερεούται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια