Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μισώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μισώ Προφορά: μισώ
  1. στεναχωριέμαι, μισώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Το παιδί μίσησε άλλου και πήγε να βοσ̌κίσει τα πρόατα. (στεναχωριέμαι, Ιδίωμα: Άνω Αμισού)
    2) Τ’ εκεινού π’ εμίσεσεν, τη χώρας δάκρυα εγόμωσεν. (μισώ, Ιδίωμα: Κρώμνης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια