Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θανατέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θανατέα Προφορά: θανατέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    η οσμή του θανάτου

Παρατηρήσεις - Σχόλια