Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ημεροφάει (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ημεροφάι Προφορά: ημεροφάι
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    τροφή μιάς ημέρας

Παρατηρήσεις - Σχόλια