Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ηλέπορος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ηλέπορος Προφορά: ηλέπορος
  1. προσήλιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ήλιος + πόρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια