Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μιλλέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μιλλέτ' Προφορά: μιλλέτ
  1. λαός, εθνικότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το μιλλέτ’ εχάσεν το νούν εθες κ’ ερούξεν σ’ εκκλησίας. (λαός)
    2) Ντό μιλλέτ’ εν’ ατός που συντζών’. (εθνικότητα)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολης

  2. έθνος, λαός σύνολο ανθρώπων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη millet

Παρατηρήσεις - Σχόλια