Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
φασουλόπον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φασουλόπον
Προφορά: φασουλόπον
1) μικρό φασόλι 2) μικρή διασκέδαση με λύρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: φασουλόπον
Πληθυντικός: φασουλόπα
Παρατηρήσεις - Σχόλια