Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μουσκάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μουσκάρ' Προφορά: μουσκάρ
  1. μοσχάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. μοσχάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Σα βούδα̤ ’φκά μουσκάρ’ αραεύ’.
    2) Μουσκάρ’ άν έχͮ ’, θα γεννά. (μοσχάρι)
    3) Άντρας ατ’ς μουσκάρ’. (αδύνατος σαν το μοσχάρι )
    4) Εχάσεν τα μουσκάρα̤ . (έχασε τ’ αυγά και το καλάθι, Ιδίωμα: Σαντάς, στο Σταυρί λέγεται για
    το μεθύσι και για υπερβολική χαρά)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια