Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παρανύφσσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παρανύφ'σσα Προφορά: παρανύφσσα
  1. αυτή που συνοδεύει την νύφη (συνήθως η αδελφή του πατέρα της νύφης) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια