Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ερισία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ερισία Προφορά: ερισία
  1. ερεθισμός, ενόχληση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ρήμα ερίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια