Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

επεείκος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: επεΐκος Προφορά: επεΐκος
  1. αρκετός, ικανοποιητικός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια