Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναρρίπτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αναρρίπτω Προφορά: αναρρίπτω
  1. καταρρίπτω, αποβάλλω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    απο το αρχαίο αναρρίπτω

    Χρήση:
    για ζώα

Παρατηρήσεις - Σχόλια