Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμπρευτής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εμπρευτής Προφορά: εμπρευτής
  1. ο σαν οδηγός προπορευόμενος από ζευγάρι βοδιών στο όργωμα του χωραφιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια