Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμπονεστιακόν φαείν []

Γραφή στην Ποντιακή: εμπονεστα̤κόν φαΐν Προφορά: εμπονεστεακόν φαΐν
  1. φαγητό άπαχο, χωρίς λίπος, λάδι ή βούτυρο, ανάρτυστο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια