Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα δέω = δένω, δεσμεύω
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Να δέσ̌κεσαι και να μη κρατεύκεσαι. (να τρελαθείς σε βαθμό να μη μπορούν να σε περιορίσουν)
2) Δένω τον λύκον. (τον καθιστώ ανίκανο με ξόρκια, να φάει ζώα που μένουν τη νύκτα έξω)
3) Δένω τον γαμπρόν. (αφαιρώ από αυτόν την ικανότητα για αναπαραγωγή)