Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δένω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δένω Προφορά: δένω
  1. δένω, δεσμεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα δέω = δένω, δεσμεύω

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Να δέσ̌κεσαι και να μη κρατεύκεσαι. (να τρελαθείς σε βαθμό να μη μπορούν να σε περιορίσουν)
    2) Δένω τον λύκον. (τον καθιστώ ανίκανο με ξόρκια, να φάει ζώα που μένουν τη νύκτα έξω)
    3) Δένω τον γαμπρόν. (αφαιρώ από αυτόν την ικανότητα για αναπαραγωγή)

  2. δένω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια