Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ελαφρόκολος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ελαφρόκωλος Προφορά: ελαφρόκολος
  1. εργατικός αυτός που δεν μπορεί να κάτσει πολλή ώρα σ' ένα μέρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια